Σκοτάδι

 

του Γερογιάννη Γ. Κώστα

 

     Ο ασπρομάλλης καθηγητής διόρθωσε τα γυαλιά του στην μύτη του και έστρεψε με προσμονή το βλέμμα του στους δείκτες της κονσόλας που είχε μπροστά του. Τα λεπτά κυλούσαν γρήγορα και ταυτόχρονα τόσο αργά στο μυαλό του. Ήξερε πως πραγματοποιούσε το πείραμα που ονειρευόταν σε όλη του την ζωή. Η Χρονομηχανή, αυτός ο παντοδύναμος μετατροπέας του χωροχρονικού πεδίου με το τόσο απλοϊκό όνομα, ήταν πλέον γεγονός. Ο καθηγητής θυμόταν ακόμα το γελαστό πρόσωπο του συναδέλφου του που τον συνόδεψε μέχρι τον θάλαμο και του έδινε κουράγιο. Ήξερε πολύ καλά πως από μιά άποψη ήταν πρωτοπόρος, αλλά αυτό λίγο τον ένοιαζε. Δεν τον ενδιέφεραν αυτοί οι ανθρωποκεντρικοί τίτλοι. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν η κατανόηση του Σύμπαντος και ειδικότερα του μυστηρίου του Χρόνου. Ο Χρόνος, τα γραμμικά βέλη, οι μηχανισμοί του ανθρώπινου εγκεφάλου που άλλοτε επιβραδύνουν και άλλοτε επιταχύνουν την χρονική αντίληψη, όλα αυτά τα θέματα ήταν η ίδια του η ζωή.

     Και τώρα, κλεισμένος σε έναν ειδικό θάλαμο που ο χωροχρονικός μετατροπέας είχε στείλει ταξίδι στίς χρονικές θάλασσες, περίμενε με αγωνία την στιγμή που η ειδική κονσόλα θα του έδειχνε πως είχε φτάσει πλέον στον προορισμό του: Δύο ώρες στο μέλλον. Ένα μικρό χρονικό άλμα για τον ίδιον αλλά ένα μεγάλο άλμα για την ανθρωπότητα. Αυτά τα λόγια, ελαφρά παραλλαγμένα, ανήκαν στον Νήλ Αρμστρονγκ όταν πατούσε στήν Σελήνη, και η θύμησή τους έκανε τον καθηγητή να χαμογελάσει. Ήταν μάλλον ταιριαστά και στην περίπτωσή του.

     Οι σκέψεις του διακόπηκαν απότομα από τον ελαφρύ βόμβο της συσκευής που τον ειδοποίησε πώς ο θάλαμος είχε φθάσει στον προορισμό του. Οι συντεταγμένες ήταν: Χρόνος 120 λεπτά στο μέλλον και χώρος το ίδιο το εργαστήριο απ' όπου ξεκίνησε. Ήταν περίεργο, αλλά ο καθηγητής ένοιωθε ασυνήθιστα ήρεμος. Σηκώθηκε από το κάθισμά του με απλές κινήσεις, τακτοποίησε την φόρμα του και άνοιξε την πόρτα του θαλάμου.

     Ένα ρίγος τον διαπέρασε. Σκοτάδι. Πυκνό, αδιαπέραστο σκοτάδι απλωνόταν σε όλον τον γύρω χώρο. Σκέφτηκε μήπως τα φώτα του εργαστηρίου ήταν κλειστά, αλλά και πάλι θα υπήρχαν αντανακλάσεις φωτός απ' έξω πάνω σε αντικείμενα. Το σκοτάδι όμως που αντίκρυζε ήταν σχεδόν απτό, σχεδόν τό ένοιωθες πάνω σου.

     Ο καθηγητής δίστασε να προχωρήσει. Αβεβαιότητα και φόβος τον έκαναν να οπισθοχωρήσει στον θάλαμο και να ξεκινήσει ταραγμένος το ταξίδι της επιστροφής στο παρελθόν του. Τα δάχτυλά του έτρεμαν καθώς έδινε στον υπολογιστή τα στοιχεία της επιστροφής και έτσι δεν πρόσεξε πώς αντί να πατήσει το πλήκτρο που υποδήλωνε «λεπτά» πάτησε κάποιο δευτερεύον με την ένδειξη «νανοδευτερόλεπτα». Ο υπολογιστής μπερδεύτηκε. 120 νανοδευτερόλεπτα στο παρελθόν ήταν σχεδόν υποατομική χρονική κλίμακα. Η τεράστια ενέργεια που απαιτούνταν για τα χρονικά ταξίδια δεν μπορούσε να συμβαδίσει με ένα τόσο μικρό ταξίδι στο παρελθόν. Κανείς δεν έμαθε ποτέ τις εντολές που δόθηκαν στο κομπιούτερ για να εκτελέσει. Ξαφνικά, μέσα σε μιά εντυπωσιακή λάμψη μικροδευτερολέπτων, ο θάλαμος και ο καθηγητής μετατράπηκαν σε ακτινοβολία.

     Για τον καθηγητή δεν υπήρξαν ποτέ δύο ώρες στο μέλλον. Ή τουλάχιστον στο δικό του μέλλον.

     Κάπου στίς θάλασσες του Χρόνου τα υποατομικά σωματίδια που αποτελούσαν κάποτε τον καθηγητή διέσχιζαν με την ταχύτητα του φωτός ηλεκτρομαγνητικά πεδία και χόρευαν καθώς συγκρούονταν με κύματα βαρύτητας...